Γυναικεία Υπογονιμότητα

Ποια είναι τα ύποπτα συμπτώματα για κύστη στις ωοθήκες

Συνεργάστηκε ο Δρ Δημήτρης Α. Μπιλάλης MBBCh MMedSc CCST FRCOG / Μαιευτήρας – Χειρουργός Γυναικολόγος, Εξειδικευμένος

Οι κύστεις στις ωοθήκες είναι «σάκοι» γεμάτοι υγρό ή ημιστέρεο υλικό που σχηματίζονται πάνω ή μέσα στις ωοθήκες – τις δομές της πυέλου που παράγουν τις ορμόνες του γυναικείου φύλου και περιέχουν τα ωάρια.

Υπάρχουν διαφόρων ειδών κύστεις, πολλές από τις οποίες είναι φυσιολογικές και καλοήθεις. Οι λειτουργικές κύστεις, που δεν σχετίζονται με κάποια νόσο, αναπτύσσονται ως αποτέλεσμα της ωορρηξίας και γενικά συρρικνώνονται μέσα σε 60 ημέρες, δίχως να χρειάζονται ειδική θεραπεία.

Οι λειτουργικές ωοθηκικές κύσεις, που είναι αρκετά συχνές, δεν πρέπει να σχετίζονται με άλλα είδη κύστεων οι οποίες σχετίζονται με παθήσεις, όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, η ενδομητρίωση ή ακόμα και ο καρκίνος των ωοθηκών.
Οι κύστεις των ωοθηκών μπορεί να έχουν μέγεθος από λίγα εκατοστά έως και πάνω από 30. Οι μικρότερες κύστεις συνήθως δεν προκαλούν συμπτώματα και η γυναίκα δεν μαθαίνει την ύπαρξή τους παρά μόνο τυχαία, π.χ. στο πλαίσιο του ετήσιου προληπτικού γυναικολογικού ελέγχου.
Οι μεγαλύτερες κύστεις, όμως, μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα όπως:
* Πόνο στην περιοχή της πυέλου (χαμηλά στην κοιλιά, στην πλευρά όπου βρίσκεται η κύστη) ή οξύ πόνο στην μέση
* Αίσθημα πληρότητας (φούσκωμα) χαμηλά στην κοιλιά
* Πόνο κατά το σεξ
* Επώδυνη έμμηνο ρύση
* Επώδυνες κενώσεις των εντέρων
Σε σπάνιες περιπτώσεις μια κύστη στην ωοθήκη μπορεί να υποστεί ρήξη, με συνέπεια να διαφύγει το περιεχόμενό της στην κοιλιά, οπότε μπορεί να αναπτυχθεί πολύ δυνατός, οξύς πόνος χαμηλά στην κοιλιά, που μερικές φορές συνοδεύεται από αιμορραγία. Ισχυρός πόνος μπορεί να εκδηλωθεί και όταν η κύστη υποστεί συστροφή, δηλαδή όταν περιστραφεί γύρω από τον μίσχο της, με συνέπεια να διακοπεί η παροχή αίματος στην ωοθήκη.
Ο απότομος, οξύς, ισχυρός πόνος στην κοιλιά ή στην πύελο χρειάζεται αμέσως αξιολόγηση από έναν γιατρό, γιατί αν οφείλεται σε ρήξη ή συστροφή κύστης ωοθήκης η γυναίκα μπορεί να χρειασθεί επειγόντως χειρουργική θεραπεία.
Άμεσος έλεγχος απαιτείται και αν ο πόνος αυτός συνοδεύεται από πυρετό ή έμετο, καθώς και αν η γυναίκα εκδηλώσει συμπτώματα σοκ, δηλαδή το δέρμα της γίνει ψυχρό και υγρό, αναπνέει γρήγορα και αρχίσει να ζαλίζεται και να χάνει τις αισθήσεις της.
Η ρήξη και η συστροφή της κύστης στην ωοθήκη είναι επείγοντα περιστατικά επειδή μπορεί να έχουν σοβαρές επιπλοκές.
Η ρήξη, λ.χ., μπορεί να προκαλέσει εσωτερική αιμορραγία, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο μολύνσεως και μπορεί να απειλήσει τη ζωή εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία.
Η συστροφή, εξάλλου, που συνήθως παρατηρείται σε μεγάλες κύστεις, μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη ή καταστροφή του ωοθηκικού ιστού, εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως. Αν και η συστροφή των κύστεων ωοθήκης είναι σπάνιο φαινόμενο, αντιπροσωπεύει το σχεδόν 3% των επειγουσών γυναικολογικών επεμβάσεων, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες.

https://consumer.healthday.com/diseases-and-conditions-information-37/cysts-168/health-tip-recognizing-symptoms-of-ovarian-cysts-726991.html
https://www.nhs.uk/conditions/Ovarian-cyst/pages/introduction.aspx
https://www.mayoclinic.org/diseases-conditions/ovarian-cysts/symptoms-causes/syc-20353405
https://my.clevelandclinic.org/health/articles/ovarian-cysts
https://www.healthline.com/health/ovarian-cysts#types2

Δημήτρης Α. Μπιλάλης MBBCh MMedSci FRCOG CCSTΠοια είναι τα ύποπτα συμπτώματα για κύστη στις ωοθήκες
Διαβάστε Περισσότερα

Γιατί πρέπει να ελέγχονται για ανεπάρκεια βιταμίνης D οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών

Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας, καλό είναι να υποβάλλονται σε εξέταση των επιπέδων βιταμίνης D στο αίμα τους.
Μια νέα μελέτη επιβεβαιώνει ότι έχουν σημαντικά μειωμένες πιθανότητες επίτευξης και ολοκλήρωσης της εγκυμοσύνης αν πάσχουν από ανεπάρκεια της βιταμίνης αυτής.
Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) είναι μία ορμονική διαταραχή που προσβάλλει το 3% έως 8% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Χαρακτηρίζεται από κλινικό και εργαστηριακό υπερανδρογονισμό, πολυκυστικές, διογκωμένες ωοθήκες και ασταθή έμμηνο κύκλο.
Αν αφεθεί χωρίς θεραπεία, το σύνδρομο μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε επιπλοκές όπως ο τύπου 2 διαβήτης, τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα και η υπογονιμότητα εξαιτίας της έλλειψης ωορρηξίας.
Στη νέα μελέτη, επιστήμονες από την Ιατρική Σχολή Perelman του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια διαπίστωσαν ότι πάσχουσες από το σύνδρομο οι οποίες είχαν ανεπάρκεια βιταμίνης D όταν άρχισαν να υποβάλλονται σε θεραπείες γονιμότητας, είχαν σχεδόν 40% λιγότερες πιθανότητες να μείνουν έγκυοι, σε σύγκριση με τις συνομήλικές τους ασθενείς δίχως ανεπάρκεια της βιταμίνης.

My button
ivfnetworkΓιατί πρέπει να ελέγχονται για ανεπάρκεια βιταμίνης D οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών
Διαβάστε Περισσότερα

Προφύλαξη και διατήρηση της γυναικείας γονιμότητας

Η Louise Brown το πρώτο παιδί από εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF), γεννήθηκε εδώ και 40 χρόνια. Απο τότε η μέθοδος αυτή έχει εξαπλωθεί ευρέως ενώ σήμερα περίπου 6.5 εκατομμύρια ζώσες γεννήσεις έχουν προέλθει από εξωσωματική γονιμοποίηση (ESHRE focus on reproduction).

Σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται αυξητική τάση της ηλικίας πρώτης κυοφορίας και κατ’επέκταση η ανάγκη εξωσωματικής γονιμοποίησης αφού ως γνωστό μετά το 35 έτος η γονιμότητα μιας γυναίκας αρχίζει να φθίνει με ταχύ ρυθμό. (Human Reproduction. 2016 Jul:31 (7) 1390-6).

Η υπογονιμότητα χωρίζεται σε πρωτοπαθή (γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν έχουν γεννήσει ποτέ) και δευτεροπαθή (γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που έχουν γεννήσει τουλάχιστον ένα παιδί) και οι κύριες αιτίες περιλαμβάνουν

• Ηλικία γυναίκας ( ποιότητα ωαρίων)
• Αντρικός παράγοντας (Τερατοσπερμία, Υψηλό κατακερματισμό DNA, Αζωοσπερμία κτλ)
• Σαλπιγγικός παράγοντας (Υδροσάλπιγγα, Στείρωση κτλ)
• Διαταραχές της ωορηξίας (π.χ Πολυκυστικές Ωοθήκες – PCOS)
• Παθήσεις της Μήτρας (Δίκερος μήτρα, Kαρδιόσχημη μήτρα, Σύνδρομο Ασερμαν, Πολύποδες, Ινομυώματα κτλ)
• Ανοσολογικοί παράγοντες (Ενδομητρίωση , Aυξημένα Natural Killer cells, NK)
• Ενδοκρινολογικές παθήσεις ( Υποθυρεοειδισμος, Υπερπρολακτιναιμία κτλ)
• Ιδιοπαθής (Δεν βρίσκεται αιτία)

Ως γνωστό, η πρόληψη υπερέχει της θεραπείας και για αυτό το λόγο θα αναφερθώ στο κομμάτι αυτό πρώτα. Στο κομμάτι της υπογονιμότητας η πρόληψη χωρίζεται στην πρωτογενή και στην δευτερογενή.

Η πρώτη αφορά απλά μέτρα που θα αποτρέψουν μια γυναίκα να χρειαστεί θεραπεία για υπογονιμότητα (πχ εξωσωματική γονιμοποίηση – I V F κτλ). Η δευτερογενής πρόληψη αφορά μέτρα που θα αυξήσουν τις πιθανότητες μια θεραπεία υπογονιμότητας να είναι επιτυχής (π.χ. κρυοσυντήρηση εμβρύων/ωαρίων ή και ωοθηκικού ιστου).

H έννοια της πρωτογενούς πρόληψης ( Προφύλαξης γονιμότητας) είναι σχεδόν άγνωστη μέχρι σήμερα κατι που σίγουρα πρέπει να αλλάξει.

Πρωτογενής Πρόληψη

Μερικά απλά μέτρα προφύλαξης της γονιμότητας περιλαμβάνουν

• Η σωστή και ισορροπημένη διατροφή, η λογική χρήση συμπληρωμάτων διατροφής (π.χ Φυλικού οξέος, Βιταμίνης D, ιχνοστοιχείων κτλ) καθώς και η αποφυγή παχυσαρκίας είναι σημαντική τόσο για την γενική υγεία της γυναίκας όσο και για τη διατήρηση της γονιμότητας.

Χρήση προφυλακτικού προς αποφυγή τόσο ανεπιθύμητης κύησης όσο και σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων όπως τα χλαμύδια που μπορούν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη βλάβη στις σάλπιγγες, Χρόνια Πυελική φλεγμονή και κατά συνέπεια υπογονιμότητα.

Αποφυγή αμβλώσεων ή αποξέσεων (πολύ συχνές στην Ελλάδα) οι οποίες ειδικά αν γίνονται χωρίς προσοχή μπορούν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη βλάβη στο ενδομήτριο ή και συμφύσεις ( Σύνδρομο Ασερμαν) και κατά συνέπεια υπογονιμότητα.

Οικογενειακός προγραμματισμός με στόχο το πρώτο παιδί να κυοφορείται ιδανικά πρίν την ηλικία των 30 ετών και σίγουρα πριν τα 35 έτη.

Ορθή και επιστημονικά εμπεριστατωμένη ενημέρωση των γυναικών σχετικά με την βέλτιστη ηλικία κυοφορίας καθώς και πότε να στραφεί στον ειδικό.

Δευτερογενής Προληψη

Οταν η πρόληψη δεν είναι πια επιλογή τότε αποκτά νόημα ο όρος διατήρηση γονιμότητας.

Παρακάτω Θα αναφερθώ στη διατήρηση γονιμότητας για κοινωνικούς λόγους μόνο. Σε αυτή τη κατηγορία συμπεριλαμβάνονται γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που για πλειάδα λόγων δε είναι σε θέση να κυοφορήσουν άμεσα.π.χ Αδυναμία ανεύρευσης κατάλληλου συντρόφου, επαγγελματικοί λόγοι, πρωταθλητισμός κτλ.

To ASRM (American Society for Reproductive Medicine) και η SARM (Society for Assisted Reproductive Technology) ανακοίνωσαν επίσημα το 2013 ότι η κρυοσυντήρηση ωαρίων δεν θεωρείτε πλεόν πειραματική μέθοδος. Αυτό σηματοδότησε την εξάπλωση της μεθόδου στο ευρύτερο κοινό.

Η διαδικασία της κρυοσυντήρησης ωαριών περιλαμβάνει ένα κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης, ωοληψία και ακολούθως την κατάψυξη των ωαρίων με τη μέθοδο της υαλοποίησης (vitrification). Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί περίπου 500 ζώσες γεννήσεις από κρυοσυντήρηση ωαρίων. (Fertil Steril. 2010 Feb;93(2):391-6.)

Η πιο σημαντική παράμετρος που επηρεάζει την επιτυχία της μεθόδου είναι η ηλικία της γυναίκας κατά τη στιγμή της κρυοσυντήρησης. Με βάση τη βιβλιογραφία τα κάλυτερα αποτελέσματα της μεθόδου αφορούν γυναίκες κάτω των 35 ετών ενώ το όφελος είναι μικρό σε γυναίκες κάτω των 30 ετών σε σχέση με τη «στάση αναμονής» αφού οι περισσότερες από αυτές τις γυναίκες θα συλλάβουν φυσιολογικά. (Fertil Steril. 2015 June ; 103(6): 1551–1556).

Με βάση μια πρόσφατη μεγάλη μελέτη που δημοσιέυτηκε στο περιοδικό Fertility Sterility to 2013, ο ειδικός στη διατήρηση γονιμότητας μπορεί πλέον να ενημερώσει την ενδιαφερόμενη γυναίκα σχετικά με την πιθανότητα ζώσας γέννησης ανάλογα με τον αριθμό ωαρίων που θα καταψύχει και την ηλικία της (Fertil Steril. 2013 Aug;100(2):492-9)

Λόγω της αναμενόμενης και φυσιολογικής ελλάτωσης της γυναικείας γονιμότητας μετά τα 37-38 έτη η κρυοσυντήρηση ωαρίων θα πρέπει να προσφέρεται με φειδώ και ύστερα από εξατομικευμένη ενημέρωση σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.

Μια εναλλακτική θα μπορούσε να είναι η απόπειρα κρυοσυντήρησης εμβρύων που θα προκύψουν απο γονιμοποίηση με σπερμα δότη, αν κάτι τέτοιο είναι αποδεκτό από τη γυναίκα βεβαίως.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που πρέπει να καταστεί σαφές ότι η κρυοσυντήρηση ωαρίων δε θα πρέπει αν αντικαταστήσει τον κλασσικό οικογενειακό προγραμματισμό. Η κάθε γυναίκα είναι μοναδική και έτσι η εξατομικευμένη αντιμετώπιση της από κάποιον ειδικό στον τομέα της διατηρησης γονιμότητας θα της δώσει την ευκαιρία να αποφασίσει για το μέλλον της.

Η ορθή (Evidence Based), έγκαιρη και ανιδιοτελής ενημέρωση του γυναικείου πληθυσμού πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ένα δυνατό «όπλο» στην καταπολέμηση της υπογονιμότητας ένω σε πολλές περιπτώσεις μπορέι να «γλιτώσει» μια γυναίκα από πολυδάπανες και ψυχοφθόρες διαδικασίες όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση.

Με τιμή,

κος Ιωάννης Δουλιώτης MBBS MRCOG

Ιωάννης Δουλιώτης MD MRCOGΠροφύλαξη και διατήρηση της γυναικείας γονιμότητας
Διαβάστε Περισσότερα

Διάγνωση ενδομητρίωσης: Καθυστέρηση έως και 10 χρόνια με αρνητικές επιπτώσεις για την υγεία των γυναικών

Πολλές γυναίκες υποφέρουν δίχως λόγο εξαιτίας της ενδομητρίωσης, επειδή καθυστερεί σημαντικά να διαγνωστεί η πάθησή τους.

Αυτό ανακοίνωσε η αρμόδια υγειονομική Αρχή της Βρετανίας, το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας & Κλινικής Υπεροχής (NICE), που εξέδωσε σήμερα τις πρώτες κατευθυντήριες οδηγίες προς γιατρούς και ασθενείς για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της διαταραχής αυτής, η οποία προσβάλλει μία στις δέκα γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.

Σύμφωνα με το NICE, τόσο οι οικογενειακοί γιατροί όσο και οι εξειδικευμένοι συχνά δεν αντιλαμβάνονται ότι συμπτώματα όπως ο έντονος πόνος, η εξάντληση και η υπογονιμότητα οφείλονται σε ενδομητρίωση, με συνέπεια να περνούν οι γυναίκες από 4 έως και 10 χρόνια υποφέροντας, δίχως να γνωρίζουν τι τους συμβαίνει.

Μάλιστα πολλές φορές χρειάζονται έως και 10 επισκέψεις στον γιατρό πριν γίνει η σωστή διάγνωση.

Για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της καθυστερημένης διάγνωσης, το οποίο μοιραία δυσχεραίνει τη θεραπεία της ενδομητρίωσης, το NICE συνιστά στους γιατρούς να παραπέμπουν κατ’ αρχήν τις γυναίκες με ύποπτα συμπτώματα για απεικονιστικές εξετάσεις (υπερηχογράφημα ή μαγνητική τομογραφία).

Ακόμα, όμως, κι αν η κλινική εξέταση (ψηλάφηση της κοιλιάς, εξέταση της πυέλου) και οι απεικονιστικές εξετάσεις δεν έχουν παθολογικά ευρήματα, ο γιατρός δεν πρέπει να αποκλείσει το ενδεχόμενο ενδομητρίωσης, αλλά να παραπέμψει τη γυναίκα για περαιτέρω έλεγχο με άλλες μεθόδους (π.χ. διερευνητική λαπαροσκόπηση).

Σύμφωνα με το NICE, υπόνοιες για ενδομητρίωση πρέπει να εγείρονται σε όλα τα κορίτσια και τις γυναίκες (ακόμα και στις ηλικίες κάτω των 17 ετών) που απευθύνονται στον γιατρό με 1 ή περισσότερα από τα εξής συμπτώματα:

  • Χρόνιο πυελικό πόνο
  • Πόνο σχετιζόμενο με την έμμηνο ρήση (δυσμηνόρροια), ο οποίος επηρεάζει τις καθημερινές δραστηριότητες και την ποιότητα ζωής
  • Έντονο πόνο στη διάρκεια ή μετά τη σεξουαλική επαφή
  • Γαστρεντερικά συμπτώματα που σχετίζονται με την έμμηνο ρύση ή ακολουθούν τον έμμηνο κύκλο, ιδίως επώδυνες κενώσεις του εντέρου
  • Ουρολογικά συμπτώματα που σχετίζονται με την έμμηνο ρύση ή ακολουθούν τον έμμηνο κύκλο, ιδίως αίμα στα ούρα ή πόνος κατά την ούρηση
  • Υπογονιμότητα που συνοδεύεται από 1 ή περισσότερα από τα προαναφερθέντα συμπτώματα.

Η ενδομητρίωση είναι η ασθένεια κατά την οποία ο ιστός που φυσιολογικά επιστρώνει μόνο το εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας (το ενδομήτριο), αναπτύσσεται και έξω από αυτήν, παρουσιάζοντας αυξομείωση του μεγέθους του ανάλογα με τις διακυμάνσεις των οιστρογόνων κατά τον έμμηνο κύκλο.

Η ανάπτυξή του σε χώρο όπου κανονικά δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, δηλαδή μέσα στην πύελο ή την κοιλιά, μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο, σοβαρή αιμορραγία, βλάβες σε άλλα όργανα (συμπεριλαμβανομένων των εντέρων και της ουροδόχου κύστεως) και υπογονιμότητα.

Η κατάσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί με παυσίπονα φάρμακα, ορμονική θεραπεία, εγχείρηση, ενώ σημαντικός είναι ο ρόλος του τρόπου ζωής (κυρίως όσον αφορά τη διατροφή και το επίπεδο της φυσικής δραστηριότητας) και η λήψη ειδικών διατροφικών συμπληρωμάτων, όπως το Fertilovit F Endo, που είναι το μόνο συμπλήρωμα διατροφής ειδικά σχεδιασμένο για την ομαλή λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος των γυναικών που πάσχουν από ενδομητρίωση.

Όπως δημοσιεύτηκε στο www.fertilovit.gr

ΠΗΓΕΣ: http://www.dailymail.co.uk/health/article-4856162/Women-waiting-10-years-docs-spot-endometriosis.html

http://www.pulsetoday.co.uk/clinical/more-clinical-areas/womens-health/normal-ultrasound-not-cause-to-rule-out-endometriosis-says-first-ever-nice-guideline/20035228.article

https://www.nice.org.uk/guidance/NG73

 

ivfnetworkΔιάγνωση ενδομητρίωσης: Καθυστέρηση έως και 10 χρόνια με αρνητικές επιπτώσεις για την υγεία των γυναικών
Διαβάστε Περισσότερα

Σημαντικές εξελίξεις στη γυναικεία υπογονιμότητα και τη θεραπεία με στεροειδή: Μήπως τελικά είναι επικίνδυνη;

Η θεραπεία με στεροειδή είναι αρκετά συνηθισμένη στη γυναικεία υπογονιμότητα. Πρόσφατα, όμως, ερευνητές από την Αυστραλία προτρέπουν γιατρούς και ασθενείς να αποφεύγουν μια συγκεκριμένη θεραπεία  της υπογονιμότητας με στεροειδή, εκτός εάν ενδείκνυται κλινικά, καθώς συνδέεται με αποβολές, πρόωρο τοκετό και γενετικές ανωμαλίες. 

Ερευνητές από το Ινστιτούτο Ερευνών Ρόμπινσον του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας, με επικεφαλής την καθηγήτρια Sarah Robertson, αναφέρουν πως δε δικαιολογείται η ευρεία χρήση του φαρμάκου, δεδομένου ότι υπάρχουν σοβαρές υποψίες ότι τα κορτικοστεροειδή φάρμακα – όπως η πρεδνιζολόνη – μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την εγκυμοσύνη και το παιδί. Η σημαντική αυτή μελέτη μόλις δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Human Reproduction.

Η θεραπεία με στεροειδή στη γυναικεία υπογονιμότητα

Τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο ως θεραπεία στη γυναικεία υπογονιμότητα, σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων αποτυχημένων εξωσωματικών και καθ’ έξιν αποβολών. Πολλές γυναίκες παίρνουν το φάρμακο με την πεποίθηση ότι η μείωση των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος που ονομάζονται “φυσικοί φονιάδες” θα διευκολύνει μια εγκυμοσύνη. Ωστόσο, αυτή η αντίληψη είναι λανθασμένη, καθώς, παρά το ανησυχητικό όνομά τους, αυτά τα κύτταρα είναι πραγματικά απαραίτητα για μια υγιή εγκυμοσύνη.

Το ανοσοποιητικό σύστημα παίζει κρίσιμο ρόλο στην αναπαραγωγή και τη γονιμότητα. Τα κύτταρα «φυσικοί φονιάδες» και άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος βοηθούν στην οικοδόμηση ενός γερού πλακούντα που θα εξασφαλίσει την υγιή ανάπτυξη του εμβρύου. Τα στεροειδή φάρμακα, όπως η πρεδνισολόνη, εμποδίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα του σώματος να ανταποκριθεί στην εγκυμοσύνη. Αν καταπιέζουμε ή παρακάμπτουμε τη φυσική βιολογία του σώματος, μπορεί να υπάρξουν ολέθριες μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Καταστέλλοντας τη φυσική ανοσολογική απόκριση, τα φάρμακα αυτά μπορεί να οδηγήσουν σε περαιτέρω επιπλοκές.

Για παράδειγμα, η καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος μέσω της ακατάλληλης χρήσης αυτών των φαρμάκων συνδέεται με μειωμένη ανάπτυξη του πλακούντα, η οποία με τη σειρά της αυξάνει τον κίνδυνο αποβολής, πρόωρου τοκετού και γενετικών ανωμαλιών.

Η έρευνα δείχνει ότι οι γυναίκες που παίρνουν κορτικοστεροειδή κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης εμφανίζουν μια αύξηση 64% στις αποβολές, ο κίνδυνος πρόωρου τοκετού είναι υπερδιπλάσιος, ενώ τα παιδιά τους εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών, με 3-4 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για λυκόστομα.

Κύριο μήνυμά μας προς τις γυναίκες που ελπίζουν σε μια επιτυχή εγκυμοσύνη είναι ότι θα πρέπει να επικεντρωθούν στην επίτευξη ποιοτικής εγκυμοσύνης και την υγεία του παιδιού, όχι μόνο στη σύλληψη. Κύριο μέλημά μας είναι να βοηθήσουμε τη γυναίκα που σχεδιάζει να αποκτήσει παιδί σε όλα τα στάδια που απαιτούνται, από τη σύλληψη έως τον τοκετό, βασισμένοι σε όλα τα σύγχρονα θεραπευτικά πρωτόκολλα και την πιο εξελιγμένη τεχνολογία.

 

 

ivfnetworkΣημαντικές εξελίξεις στη γυναικεία υπογονιμότητα και τη θεραπεία με στεροειδή: Μήπως τελικά είναι επικίνδυνη;
Διαβάστε Περισσότερα

Παχυσαρκία και γονιμότητα: Πως συνδέονται

Ζευγάρια στα οποία και οι δύο σύντροφοι αντιμετωπίζουν πρόβλημα παχυσαρκίας μπορεί να χρειαστούν 55% με 59% περισσότερο χρόνο, προκειμένου να έχουν μια επιτυχημένη εγκυμοσύνη σε σχέση με ζευγάρια φυσιολογικού βάρους.

Στο παραπάνω συμπέρασμα καταλήγει μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε on line στο περιοδικό Human Reproduction.

«Πολλές μελέτες σχετικά με τη γονιμότητα και τη δομή του σώματος έχουν επικεντρωθεί στη γυναίκα. Τα ευρήματα της δική μας έρευνας υπογραμμίζουν το πόσο σημαντικό είναι να λαμβάνεται υπόψη η δομή  του σώματος και των δύο συντρόφων», δήλωσε ο Rajeshwari Sundaram, Ph.D., βασικός ερευνητής στο τμήμα Intramural Population Health Research στο Εθνικό Ινστιτούτο για την Υγεία του Παιδιού και την Ανθρώπινη Ανάπτυξη Eunice Kennedy Shriver.

“Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ακόμα ότι οι ειδικοί της γονιμότητας πρέπει να συνυπολογίζουν τη δομή των σωμάτων των δύο συντρόφων, όταν δίνουν οδηγίες στους ασθενείς»

Τα ζευγάρια της παραπάνω μελέτης ήταν μέρος μιας μελέτης ( Longitudinal Investigation of Fertility and the Environment (LIFE) Study,) η οποία εξέτασε τη σχέση μεταξύ γονιμότητας και έκθεσης σε χημικές ουσίες στο περιβάλλον. Στη μελέτη, που διήρκεσε 4 χρόνια, συμμετείχαν 501 ζευγάρια από το Μίσιγκαν και το Τέξας. Οι γυναίκες ήταν μεταξύ 18 και 44 ετών και οι άνδρες ήταν άνω των 18 ετών. Οι γυναίκες κατέγραφαν το μηνιαίο κύκλο τους, τις σεξουαλικές επαφές, καθώς και τα αποτελέσματα των τεστ εγκυμοσύνης που έκαναν στο σπίτι. Οι ειδικοί παρακολούθησαν τα ζευγάρια αυτά μέχρι την εγκυμοσύνη ή μέχρι 1 χρόνο προσπαθειών σύλληψης.

Οι ερευνητές, επίσης, υπολόγισαν το δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) κάθε συμμετέχοντα, χωρίζοντας τα παχύσαρκα ζευγάρια σε δύο υποομάδες: τα ζευγάρια στην κατηγορία Ι είχαν ΔΜΣ 30 έως 34,9 και τα ζευγάρια στην κατηγορία II είχαν ΔΜΣ 35 ή μεγαλύτερο.

Αφού συνέκριναν το μέσο χρόνο επίτευξης μιας εγκυμοσύνης μεταξύ των ζευγαριών χωρίς πρόβλημα παχυσαρκίας (84 άνδρες και 228 γυναίκες) και των ζευγαριών την κατηγορίας II (75 άνδρες και 69 γυναίκες) βρήκαν ότι η δεύτερη ομάδα χρειαζόταν 55% περισσότερο χρόνο προκειμένου να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Μάλιστα, όταν λαμβάνονταν υπόψη και άλλοι παράγοντες, που επηρεάζουν αρνητικά τη γονιμότητα (π.χ. ηλικία, επίπεδο φυσικής δραστηριότητας, επίπεδα χοληστερόλης) το ποσοστό της ομάδας ΙΙ έφτανε στο 59%.

                    

 

ivfnetworkΠαχυσαρκία και γονιμότητα: Πως συνδέονται
Διαβάστε Περισσότερα

Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών: Μύθοι και αλήθειες

Σεπτέμβριος – Παγκόσμιος Μήνας Ενημέρωσης για το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών

Μήνας Ενημέρωσης για το Σύνδρομο των Πολυκυστικών Ωοθηκών o Σεπτέμβριος και στο προσκήνιο έρχεται μία ορμονική διαταραχή που εκδηλώνεται σε μία στις δέκα περίπου γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και μπορεί να πλήξει τη γονιμότητα και μακροπρόθεσμα την υγεία τους.

Τι είναι όμως ακριβώς αυτό το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και τι σχέση έχει με τις κύστεις στις ωοθήκες; Ποια είναι τα συμπτώματά του και πόσο σοβαρό είναι; Ο χειρουργός γυναικολόγος Δρ. Δημήτρης Μπιλάλης, MBBCh, MMedSc, CCST, FRCOG, ειδικός στην Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή και Ενδοσκοπική Χειρουργική, έχει τις απαντήσεις και ξεδιαλύνει τους μύθους από τις αλήθειες.

Κάθε γυναίκα με κύστεις στις ωοθήκες έχει Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών.

Μύθος. Άλλο είναι το Σύνδρομο των Πολυκυστικών Ωοθηκών και άλλο οι πολυκυστικής μορφολογίας ωοθήκες. Αν και το 25-30% των γυναικών έχουν πολλαπλές κύστεις στις ωοθήκες τους, λιγότερες από τις μισές πάσχουν από το σύνδρομο, αφού για να διαγνωστεί αυτό οι γυναίκες πρέπει να έχουν δύο από τρία πιθανά συμπτώματα.

Τα συμπτώματα αυτά είναι:

  1. Χρόνιες διαταραχές του έμμηνου κύκλου (δηλαδή διαταραχές της ωορρηξίας). Π.χ. η γυναίκα μπορεί να έχει εμμηνόρροια κάθε 35 μέρες ή σπανιότερα, να μην έχει καθόλου έμμηνο ρύση για μερικούς μήνες ή να έχει παρατεταμένη περίοδο με πολύ μικρή ή πολύ μεγάλη απώλεια αίματος.
  2. Χρόνια υπερανδρογοναιμία (υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης στο αίμα).
  3. Χαρακτηριστική πολυκυστική μορφολογία ωοθηκών.

Επομένως, αν μία γυναίκα έχει μεν κύστεις στις ωοθήκες της, αλλά ο έμμηνος κύκλος της είναι ομαλός και τα επίπεδα των ανδρογόνων της φυσιολογικά, δεν πάσχει από Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών.

Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, όλες οι γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών δεν είναι παχύσαρκες ούτε έχουν όλες δασυτριχία (παθολογική τριχοφυΐα). Ουσιαστικά, υπάρχουν τουλάχιστον 10 διαφορετικοί φαινότυποι που σχετίζονται με το σύνδρομο (δηλαδή δέκα διαφορετικές μορφές με τα δικά τους χαρακτηριστικά γνωρίσματα και συνδυασμούς συμπτωμάτων).

Το Σύνδρομο των Πολυκυστικών Ωοθηκών δεν είναι κάτι σοβαρό.

Μύθος. Είναι πολύ σοβαρό και μπορεί να δημιουργήσει επιπλοκές όχι μόνο στην καθημερινότητα της γυναίκας και τη γονιμότητά της, αλλά μακροπρόθεσμα μπορεί να υπονομεύσει και την υγεία της.

Η γυναίκα με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών μπορεί να είναι υπέρβαρη ή παχύσαρκη, να έχει αυξημένη τριχοφυΐα στο πρόσωπο και στο σώμα, αυξημένη λιπαρότητα, ακμή, αραιά μαλλιά ή/και ανδρικού τύπου αλωπεκία (τριχόπτωση), δηλαδή μια σειρά συμπτωμάτων που μοιραία δυσκολεύουν την καθημερινότητά της.

Το σύνδρομο αποτελεί επίσης ένα από τα κύρια αιτία γυναικείας υπογονιμότητας, ενώ ακόμα κι αν η γυναίκα μείνει έγκυος έχει αυξημένη πιθανότητα αποβολής και πρόωρης γέννησης του μωρού, καθώς και εκδήλωσης διαβήτη ή υπέρτασης κυήσεως.

Επιπρόσθετα, πολλές ασθενείς έχουν επίσης μειωμένη βιταμίνη D, η οποία είναι απαραίτητη για τη γονιμότητα αλλά και για καλή υγεία, ενώ μία στις δέκα έχουν  και αντίσταση στην ινσουλίνη ή διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη, οπότε διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν τύπου 2 διαβήτη. Η παχυσαρκία, τέλος, αποτελεί γνωστό παράγοντα κινδύνου για άλλα μεταβολικά προβλήματα, όπως η υπέρταση και η αυξημένη χοληστερίνη, και μακροπρόθεσμα η καρδιοπάθεια.

Πρακτικά όλ’ αυτά σημαίνουν ότι η γυναίκα πρέπει να είναι υποψιασμένη για τα ύποπτα συμπτώματα του συνδρόμου, ώστε να απευθύνεται νωρίς σε έναν γιατρό και να κάνει άμεσα την απαιτούμενη θεραπεία για το σύνδρομο αλλά και τις απαραίτητες προσαρμογές στον τρόπο ζωής της οι οποίες θα βελτιώσουν τα συμπτώματά της και θα περιορίσουν τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές.

Οι γυναίκες με το σύνδρομο δεν μπορούν να κάνουν παιδιά.

Μύθος. Αρκετές γυναίκες κατορθώνουν να μείνουν έγκυοι δίχως ιατρική υποβοήθηση, ενώ πολλές άλλες καταφέρνουν να αποκτήσουν παιδί με ορμονική υποβοήθηση ή με εξωσωματική γονιμοποίηση. Το αν θα γίνει μια ασθενής μητέρα ή όχι εξαρτάται από τη σοβαρότητα του συνδρόμου της και το αν άρχισε εγκαίρως θεραπευτική αγωγή γι’ αυτό ή όχι.

Δεν θέλω να κάνω παιδιά, οπότε δεν έχει σημασία αν θα έχω περίοδο ή όχι.

Μύθος. Η ωορρηξία είναι πολύ σημαντική για την υγεία της γυναίκας, καθώς μετά την απελευθέρωση του ωαρίου αυξάνονται τα επίπεδα της ορμόνης προγεστερόνη στο αίμα, για να εξασφαλιστεί η εμφύτευση του εμβρύου στη μήτρα σε περίπτωση που επιτευχθεί γονιμοποίηση.

Χωρίς ωορρηξία, ο οργανισμός στερείται αυτή τη βασική ορμόνη, χάνεται η ορμονική ισορροπία και τελικά τα οιστρογόνα γίνονται η κυρίαρχη ορμόνη του φύλου. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πλήθος συμπτωμάτων και ασθενειών, όπως αύξηση του σωματικού βάρους, μειωμένη ερωτική επιθυμία, διακυμάνσεις στην ψυχική διάθεση, κατάθλιψη, προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, ευαισθησία των μαστών, ινοκυστικοί μαστοί, ινομυώματα μήτρας, ενδομητρίωση, προβλήματα με τη χοληδόχο κύστη, δυσλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα κ.λπ.

Η εγκυμοσύνη θεραπεύει το σύνδρομο.

Μύθος. Δεν το θεραπεύει, απλώς τα συμπτώματά του είναι ηπιότερα στη διάρκειά της. Επειδή, όμως, όπως προαναφέρθηκε το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών συχνά συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο αποβολής, πρόωρου τοκετού, διαβήτη κύησης και υπέρτασης κύησης, οι γυναίκες χρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ώστε όλα να πάνε καλά.

Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών δεν μπορεί να θεραπευτεί.

Μύθος και αλήθεια. Αν και δεν υπάρχει τρόπος ίασης, υπάρχουν θεραπευτικές επιλογές οι οποίες συνδυάζουν φαρμακευτική αγωγή με υγιεινοδιαιτητικά μέτρα (προσεγμένη διατροφή, συστηματική γυμναστική, λήψη διατροφικών συμπληρωμάτων) για να προστατεύσουν την υγεία και την γονιμότητα της γυναίκας.

Η φαρμακευτική αγωγή προσαρμόζεται στα συμπτώματα της γυναίκας και μπορεί να περιλαμβάνει αντιανδρογόνα, αντισυλληπτικά, αντιδιαβητικά φάρμακα για την αντίσταση στην ινσουλίνη κ.ά. Επιπλέον, επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει πως οι γυναίκες που πάσχουν από Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών επωφελούνται από συγκεκριμένα διατροφικά μικροθρεπτικά συστατικά όπως οι ινοσιτόλες, το χρώμιο, η Βιταμίνη D, η N-Ακέτυλοκυστεΐνη, το φυλλικό οξύ, τα Ωμέγα-3 Λιπαρά οξέα, η Βιταμίνη C κ.ά.), τα οποία συμβάλλουν στην ομαλοποίηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, υποστηρίζουν τη φυσιολογική δράση της ινσουλίνης, και υποβοηθούν στην ομαλοποίηση της ωοθυλακιορρηξίας.

Από τα υγιεινοδιαιτητικά μέτρα, η απώλεια των περιττών κιλών είναι ένα από τα σημαντικότερα, γιατί ακόμα και το 5% του αρχικού βάρους της να χάσει μπορεί να εξισορροπηθούν τα ορμονικά επίπεδά της και να βελτιωθεί η γονιμότητά της.

Επίσης μια προσεγμένη, υγιεινή διατροφή, που θα περιέχει καλά λίπη (π.χ. ελαιόλαδο, ψάρια, ξηρούς καρπούς), καλής ποιότητας πρωτεΐνες σε κάθε γεύμα (π.χ. πουλερικά, άπαχο μη επεξεργασμένο κρέας, ψάρια, όσπρια, ξηροί καρποί) και άφθονες φυτικές ίνες (φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής) είναι πολύτιμη για τη υγεία κάθε γυναίκας που πάσχει από Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών. Το ίδιο και η συστηματική γυμναστική (χρειάζεται 2,5 ώρες φυσικής δραστηριότητας την εβδομάδα).

Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στο ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Δημήτρης Α. Μπιλάλης MBBCh MMedSci FRCOG CCSTΣύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών: Μύθοι και αλήθειες
Διαβάστε Περισσότερα

Εργαστηριακός Έλεγχος Θρομβοφιλίας για ζευγάρια με προβλήματα γονιμότητας

Ως Θρομβοφιλία ορίζεται μια επίκτητη ή κληρονομική διαταραχή που σχετίζεται με τη θρόμβωση του αίματος στα αγγεία. Η κλινική εκδήλωση της θρομβοφιλίας μπορεί να περιλαμβάνει σοβαρά θρομβοεμβολικά επεισόδια όπως εν τω βάθει φλεβική  θρόμβωση, πνευμονική εμβολή, επιφανειακή φλεβική θρόμβωση κ.α., καθώς και επαναλαμβανόμενες αποβολές σε εγκύους και διάφορες σοβαρές διαταραχές κατά την κύηση.

Συγκεκριμένα για το τελευταίο, κατά τη διάρκεια της σύλληψης του εμβρύου και στην περίοδο της προσκόλλησής του στη μήτρα γίνεται προσπάθεια αιμάτωσής του από την κυκλοφορία της μητέρας  και είναι καταστροφικό να μην καταστέλλεται τοπικά ο μηχανισμός πήξης του αίματος, γεγονός που οδηγεί σε επαναλαμβανόμενες αποβολές ή αποτυχίες στην εμφύτευση σε προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης. Στις περιπτώσεις εκείνες που επιτυγχάνεται σύλληψη η τάση σχηματισμού θρόμβων από τη μητέρα μπορεί να οδηγήσει αργότερα σε σοβαρές διαταραχές κατά την κύηση όπως σοβαρή προεκλαμψία, αποκόλληση πλακούντα, ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης, ή και  ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου.

Στους δημογραφικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για θρομβοεμβολικά επεισόδια μεταξύ των ατόμων με θρομβοφιλία περιλαμβάνονται η μεγάλη ηλικία, η παχυσαρκία, οι χειρουργικές επεμβάσεις, τα τραύματα, η παραμονή στο νοσοκομείο, τα κακοήθη νεοπλάσματα, η παρατεταμένη ακινησία, η χρήση αντισυλληπτικών, η θεραπεία με οιστρογόνα, ταμοξιφαίνη, ραλοξιφαίνη και φάρμακα για υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.

Η τάση σχηματισμού θρόμβων μπορεί να έχει κληρονομηθεί στο άτομο από τον ένα ή και από τους δύο γονείς του μέσω των γονιδίων τους (κληρονομική θρομβοφιλία) ή να οφείλεται σε διάφορες επίκτητες καταστάσεις και συνθήκες που μπορεί να συμβούν κατά τη διάρκεια της ζωής (επίκτητη θρομβοφιλία).

Στις κληρονομικές μορφές θρομβοφιλίας περιλαμβάνονται:

  • Ελλειψη (λόγω χαμηλών επιπέδων ή μη λειτουργικής) Αντιθρομβίνης
  • Ελλειψη (λόγω χαμηλών επιπέδων ή μη λειτουργικής) Πρωτεϊνης C
  • Ελλειψη (λόγω χαμηλών επιπέδων ή μη λειτουργικής) Πρωτεϊνης S
  • Αντίσταση στην ενεργοποιημένη πρωτεϊνη C λόγω μετάλλαξης στον παράγοντα πήξης του αίματος V (R506Q, Leiden)
  • Μετάλλαξη του γονιδίου προθρομβίνης (G20210A)
  • Συνδυασμός των παραπάνω ελλείψεων/μεταλάξεων

Επίσης διαταραχές που σχετίζονται με την θρομβοφιλία και μπορεί να είναι κληρονομικές είναι:

– η αύξηση της συγκέντρωσης των παραγόντων της πήξης

– η έλλειψη του παράγοντα ΧΙΙ (FΧΙΙ)

– η υπερομοκυστεϊναιμία και

– κάποιες μορφές δυσινωδογοναιμίας (πολύ σπάνιες)

Στις επίκτητες μορφές θρομβοφιλίας περιλαμβάνονται:

1.      Παρουσία αντιπηκτικού λύκου (αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα)

2.      Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη  και ινοδώλυση

3.      Επίκτητη έλλειψη ινωδογόνου, πρωτεϊνης C, πρωτεϊνης S και αντιθρομβίνης λόγω ηπατοπάθειας ή λόγω λήψης αντιπηκτικών (βαρφαρίνης, κουμαρινικών) που αναστέλλουν την βιταμίνη Κ

4.      Θρομβωτική θρομβοκυτταροπενική πορφύρα

5.      Εγκυμοσύνη ή θεραπεία με οιστρογόνα

6.      Νεφρωτικό σύνδρομο

7.      Δρεπανοκυτταρική αναιμία

Εξετάσεις διάγνωσης θρομβοφιλίας και υπογονιμότητα*

Σε παλαιότερες και πρόσφατες αναδρομικές μελέτες στην επιστημονική βιβλιογραφία φαίνεται ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ μητρικής θρομβοφιλίας με τη μεμονωμένη απώλεια εμβρύου >10ης εβδομάδας και ειδικά >20ης εβδομάδας κύησης και όχι με την πρώιμη αποβολή, καθώς και με αποτυχημένες απόπειρες φυσιολογικής σύλληψης ή μετά από εξωσωματική γονιποποίηση. Για την αποσαφήνιση της συσχέτισης μητρικής θρομβοφιλίας και απώλειας εμβρύου σε μεγάλη ηλικία κύησης έχουν επίσης γίνει αρκετές προοπτικές μελέτες. Το συμπέρασμα από αυτές, αλλά και οι οδηγίες των διεθνών επιστημονικών οργανισμών (ACOG, ACCP, RCOG) αναφέρουν ότι ο έλεγχος θρομβοφιλίας δεν πρέπει να γίνεται ως ρουτίνα αλλά μόνο όταν τα αποτελέσματα θα επηρεάσουν την αντιμετώπιση στην κύηση ή στον τοκετό. Δεν πρέπει να γίνει όταν υπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου και η έγκυος θα λάβει οπωσδήποτε αντιπηκτική αγωγή. Ετσι, συνιστάται έλεγχος σε γυναίκες με ιστορικό φλεβοθρόμβωσης που συνδέεται με παροδικό παράγοντα κινδύνου, όπως κάταγμα, χειρουργική επέμβαση ή παρατεταμένη ακινησία. Σε απουσία θρομβοφιλίας οι έγκυες έχουν χαμηλό κίνδυνο φλεβοθρόμβωσης, και δεν χρήζουν αντιπηκτικής αγωγής στην κύηση, ενώ αν έχουν θρομβοφιλία έχουν αυξημένο κίνδυνο που εξαρτάται από το είδος της θρομβοφιλίας. Επίσης συνιστάται σε γυναίκες χωρίς ιστορικό θρόμβωσης που έχουν συγγενείς 1ου βαθμού με ιστορικό υψηλού κινδύνου θρομβοφιλίας ή φλεβοθρόμβωσης σε ηλικία <50 ετών.

Οι αρχικές εξετάσεις για τη διερεύνηση πιθανής θρομβοφιλίας (μετά από λήψη λεπτομερούς ιστορικού) περιλαμβάνουν:

● Αντίσταση στην πρωτεϊνη C (APC resistance): Η μέτρηση της APCR πρέπει να γί- νεται με μεθόδους 2ης γενιάς και είναι αξιόπιστη στην κύηση και σε θρόμβωση, αλλά δεν είναι αξιόπιστη σε λήψη αντιπηκτικής αγωγής. Σε χαμηλά επίπεδα APC resistance γίνεται μοριακός έλεγχος για μεταλλάξεις στον παράγοντα πήξης V (Factor V-Leiden).

● Παράγοντας πήξης ΙΙ (Προθρομβίνη G20210A): γίνεται μοριακός έλεγχος και είναι αξιόπιστος, σε κύηση, σε θρόμβωση και σε λήψη αντιπηκτικής αγωγής.

● Δραστικότητα πρωτεϊνης C: είναι αξιόπιστη στην κύηση, αλλά δεν είναι αξιόπιστη σε θρόμβωση και σε λήψη αντιπηκτικής αγωγής.

● Eπίπεδα πρωτεϊνης S: Η μέτρηση δεν είναι αξιόπιστη στην κύηση, σε θρόμβωση και σε λήψη αντιπηκτικής αγωγής. Αν είναι απαραίτητη η μέτρηση στην κύηση, τα κατώτερα φυσιολογικά όρια είναι 30% στο 2ο τρίμηνο και 24% στο 3ο τρίμηνο.

● Δραστικότητα αντιθρομβίνης: Η μέτρηση είναι αξιόπιστη στην κύηση αλλά δεν είναι αξιόπιστη σε θρόμβωση και σε λήψη αντιπηκτικής αγωγής.

Επιπρόσθετα οι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (επίκτητη θρομβοφιλία) με τη μέτρηση των αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων. Ιδιαίτερα σε γυναίκες με ιστορικό απώλειας εμβρύου και αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο μπορεί να βελτιωθεί η έκβαση της κύησης με θεραπευτική αγωγή.

Συνδυασμός επιβαρυντικών αλλαγών στα γονίδια που κωδικοποιούν για πρωτεϊνες που συμμετέχουν στους μηχανισμούς πήξης/ινωδόλυσης μπορεί να έχει δυσμενές φαινοτυπικό αποτέλεσμα και εκδήλωση συμπτωμάτων θρομβοφιλίας.

Ιδιαίτερη σημασία και λήψη κλινικής γενετικής συμβουλής αλλά και παραπομπή σε ειδικό αιματολόγο θα πρέπει να δίδεται στους ασθενείς εκείνους που αποκαλύπτεται ότι διαθέτουν παράγοντες κινδύνου εμφάνισης θρομβοφιλίας. Οι συμβουλές θα πρέπει να περιλαμβάνουν αλλαγές στη διατροφή και στον τρόπο διαβίωσης, ειδική μέριμνα πριν από τη χρήση αντισυλληπτικών στις γυναίκες, καθώς και προληπτικό έλεγχο άλλων μελών της οικογένειας.

Γενικά η θρομβοφιλία είναι πολύ πιο κοινή στις γυναίκες παρά στους άνδρες. Πιθανά, από βιολογική και εξελιχτική άποψη να αποτελεί πλεονέκτημα επιβίωσης για τις γυναίκες να έχουν θρομβοφιλία, γιατί έτσι κινδυνεύουν λιγότερο να πεθάνουν από επιλόχεια αιμοραγία, που αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου στις γυναίκες που κυοφορούν.

*Για την βέλτιστη λήψη αξιόπιστων αποτελεσμάτων οι ασθενείς δεν πρέπει να λαμβάνουν αναστολείς της βιταμίνης Κ (βαρφαρίνη, κουμαρινικά), ηπαρίνη, ινωδολυτικούς παράγοντες, αναστολείς αιμοπεταλίων κ.α.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. http://www.mayomedicallaboratories.com/test-catalog/Clinical+and+Interpretive/83093
  2. Αίμα, Τεύχος 5(1), 2014
  3. Ling X, Delorme M, Berry L, et al. Alpha-2- macroglobulin remains as important as antithrombin III for thrombin regulation in cord plasma in the presence of endothelial cell surfaces. Pediatr Res. 1995; 37:373-378.
  4. Nowak-Gottl U, Kosch A, Schlegel N. Thromboembolism in newborns, infants and children. Thromb Haemost 2001; 86:1-18
  5. Turebylu R, Salis R, Erbe R, Martin D, Lakshminrushima S, Ryan RM. Genetic prothrombotic mutations are common in neonates but are not associated with umbilical catheterassociated thrombosis. J Perinatol. 2007; 27:490-495.
  6. Nowak-Gottl U, von Kries R, Gobel U. Neonatal symptomatic thromboembolism in Germany: two-year survey. Arch Dis Child Fetal Neonatal Ed. 1997; 76:F163-F167
  7. Kupferminc MJ, Eldor A, Steinman N, Many A, Barm A, Jaffa A, Fait G, Lessing JB: Increased frequency of genetic thrombophilia in women with complications of pregnancy. N Engl J Med 1999;340:9 13.
  8. Coulam CB, Jeyendran RS, Fishel LA, Roussev R: Multiple thrombophilic gene mutations rather than specific gene mutations are risk factors for recurrent miscarriage. Am J Reprod Immunol 2006; 55:360- 368.
  9. Goodman CS, Coulam CB, Jeyendran RS, Acosta VA, Roussev R: Which thrombophilic gene mutations are risk factors for recurrent pregnancy loss? Am J Reprod Immunol 2006; 56:230 -236.
  10. Cowchock S: Antiphospholipid antibody syndrome. Lupus 1998; 7(Suppl. 2):S95–S97. 5 Qublan HS, Eid SS, Ababneh HA, Amarin ZO, Smadi AZ, Al-Khafaji FF, Khader YS: Acquired and inherited thrombophilia: implication in recurrent IVF and embryo transfer failure. Hum Reprod 2006; 21:2694 2698.
  11. Kutteh WH: Antiphospholipid antibody-associated recurrent pregnancy loss: treatment with heparin and low-dose aspirin is superior to low-dose aspirin alone. Am J Obstet Gynecol 1996; 174:1584 -1589.
  12. De Carolis S, Ferrazzani S, De Stefano V, Garofalo S, Fatigante G, Rossi E, Leone G, Caruso A: Inherited thrombophilia: treatment during pregnancy. Fetal Diagn Ther 2006; 21:281 -286.
  13. Sarto A, Rocha M, Geller M, Capmany C, Martinez M, Quintans C, Donaldson M, Pasqualini RS:Treatment with enoxaparin adapted to the fertility programs in women with recurrent abortion and thrombophilia.Medicina (B Aires) 2001; 61:406-412.
  14. Brenner B, Hoffman R, Blumenfeld Z, Weiner Z, Younis JS: Gestational outcome in thrombophilic women with recurrent pregnancy loss treated by enoxaparin. Thromb Haemost 2000; 83:693-697.
  15. Noble LS, Kutteh WH, Lashey N, Franklin RD, Herrada J: Antiphospholipid antibodies associated with recurrent pregnancy loss: prospective, multicenter, controlled pilot study comparing treatment with low-molecular-weight heparin versus unfractionated heparin. Fertil Steril 2005; 83:684-690.
  16. Kupferminc, JF, Eldor, A. et al : Increased frequency of Genetic Thrombophilia in Women with complications of Pregnancy. New England Journal of Medicine 1999; 340 pp 9-13.

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΛΑΚΗΣ

Παντελής Κωνσταντουλάκης, PhD
Μοριακός Βιολόγος – Γενετιστής

ivfnetworkΕργαστηριακός Έλεγχος Θρομβοφιλίας για ζευγάρια με προβλήματα γονιμότητας
Διαβάστε Περισσότερα

Νέες θεραπευτικές ουσίες για το Σύνδρομο των Πολυκυστικών Ωοθηκών

Σε γυναίκες με σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών PCOS είναι πολύ σημαντικό να υιοθετηθούν στρατηγικές προκεμένου να προληφθούν οι χρόνιες επιπτώσεις της νόσου. Οι στρατηγικές αυτές, συνθέτουν μία εξατομικευμένη προσέγγιση που μπορεί να περιλαμβάνει ευαισθητοποιητές ινσουλίνης, υγιεινή διατροφή, συμπληρώματα καθώς και αλλαγές στον τρόπο ζωής. Οι επαγγελματίες υγείας οφείλουν να ενημερώνονται διαρκώς για όλες τις τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις, καθώς η σωστή θεραπεία και έγκαιρη αντιμετώπιση του συνδρόμου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για τη συνολική υγεία της ασθενούς, ενώ η λανθασμένη ή μη διάγνωση παραμένουν σημαντικά προβλήματα. Οι γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών έχουν αυξημένο κίνδυνο για διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη (IGT) και διαβήτη τύπου 2. Έρευνες δείχνουν πως έως και 50% των γυναικών με PCOS θα έχουν διαβήτη ή προ-διαβήτη από την ηλικία των 40 ετών.

Ολοκληρωμένες Στρατηγικές Θεραπείας

Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου και αφού έχει επιβεβαιωθεί η διάγνωση, όλες οι γυναίκες με PCOS θα πρέπει να λάβουν συμβουλευτική ώστε να προλάβουν την εμφάνιση του διαβήτη καθώς και άλλες χρόνιες ασθένειες που σχετίζονται με την πάθηση. Ωστόσο, ενώ η διατροφή και ο τρόπος ζωής αποτελούν τις κύριες θεραπευτικές προσεγγίσεις για τη διαχείριση του Συνδρόμου των Πολυκυστικών Ωοθηκών PCOS, νεότερα φάρμακα και ουσίες όπως οι αγωνιστές του πεπτιδίου GLP-1 έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικά ακόμα και από τη μετφορμίνη στο να βοηθήσουν τις γυναίκες με PCOS να χάσουν βάρος και κοιλιακό, σπλαχνικό λίπος και ομαλοποιήσουν τον κύκλο τους.

Ινοσιτόλη και Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών

Η ινοσιτόλη, και πιο συγκεκριμένα η μυο-ινοσιτόλη και η D-χειρο-ινοσιτόλη, έχει αποδειχθεί ότι παρέχουν μία πραγματικά αποτελεσματική θεραπεία για τη ρύθμιση του έμμηνου κύκλου, αποκαθιστώντας την ορμονική ισορροπία και ρυθμίζοντας την ινσουλίνη ενώ παράλληλα βελτιώνουν την ποιότητα των ωαρίων. Και όλα αυτά χωρίς τις αρνητικές επιπτώσεις που βλέπουμε με άλλα φάρμακα όπως η μετφορμίνη ή οι αγωνιστές GLP-1.

Επίσης, η Ν-ακετυλοκυστεΐνη είναι άλλο ένα μόριο που έχει αποδειχθεί σε μία τυχαιοποιημένη, μακροχρόνια μελέτη πως μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματικό με τη μετφορμίνη στην ελάττωση του ΔΜΣ, το δασυτριχισμό, και τις διαταραχές κύκλου, ενώ η βιταμίνη D μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της ινσουλίνης, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών. Μελέτες σχετικές με το PCOS έχουν δείξει αντίστροφη σχέση μεταξύ της βιταμίνης D και των μεταβολικών παραγόντων κινδύνου, όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη, ο ΔΜΣ, τα τριγλυκερίδια και η HDL χοληστερόλη.

Προκλήσεις για τις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών

Οι γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών έχουν πολλαπλές παραμέτρους που μπορεί να κάνουν την απώλεια βάρους πολύ πιο δύσκολη από το μέσο όρο του πληθυσμού. Οι παράμετροι αυτές περιλαμβάνουν αυξημένο αίσθημα πείνας και βουλιμικές τάσεις, υπογλυκαιμία, καθώς και διαταραχή των ορμονών που ρυθμίζουν την όρεξη.

Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν, οι θεράποντες ιατροί, είτε πρόκειται για πρόληψη είτε στα πλαίσια υποβοήθησης της αναπαραγωγής, να κατανοήσουν τις ιδιαιτερότητες των γυναικών με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών, προκειμένου να τις βοηθήσουν εξατομικευμένα και να τους παρέχουν πρωτόκολλα θεραπείας που περιλαμβάνουν και τη χρήση νέων θεραπευτικών ουσιών.

Πιθανή θεραπευτική δράση της Ινοσιτόλης

FertilityMagazine_Logo_Favicon Ευννοεί την ομαλή ωορρηξία, αυξάνοντας τις πιθανότητες κύησης

FertilityMagazine_Logo_Favicon Βελτιώνει την ποιότητα των ωαρίων

FertilityMagazine_Logo_Favicon Ρυθμίζει την εναπόθεση λίπους στο ήπαρ

FertilityMagazine_Logo_Favicon Μπορεί να μειώσει την ακμή και το δασυτριχισμό

FertilityMagazine_Logo_Favicon Μπορεί να συμβάλλει θετικά στις διαταραχές της διάθεσης

FertilityMagazine_Logo_Favicon Βελτιώνει την υγιή όρεξη και καταστέλλει την υπερφαγία

FertilityMagazine_Logo_Favicon Στην περίπτωση λήψης αντισυλληπτικών βελτιώνει την αποτελεσματικότητα τους

FertilityMagazine_Logo_Favicon Βοηθά τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που έχουν μεταβολικό σύνδρομο

FertilityMagazine_Logo_Favicon Μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη και τη τεστοστερόνη, βελτιώνοντας τη συνολική ορμονική ισορροπία

FertilityMagazine_Logo_Favicon Μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης

FertilityMagazine_Logo_Favicon Μειώνει τη φλεγμονή

Κωνσταντίνος Γ. Μιχαλάκης
Ενδοκρινολόγος MD PhD

ivfnetworkΝέες θεραπευτικές ουσίες για το Σύνδρομο των Πολυκυστικών Ωοθηκών
Διαβάστε Περισσότερα

Διατήρηση γονιμότητας σε γυναίκες με καρκίνο

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο συχνότερος καρκίνος στις ανεπτυγμένες χώρες. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, κάθε χρόνο πάνω από 700.000 γυναίκες διαγιγνώσκονται με καρκίνο του μαστού στις ανεπτυγμένες χώρες.

Εκτός από τον καρκίνο του μαστού, ένας μεγάλος αριθμός γυναικών πάσχουν από άλλες μορφές γυναικολογικού καρκίνου, όπως καρκίνος των ωοθηκών, του τραχήλου ή της ωοθήκης, ενώ ένας πολύ μεγάλος αριθμός πάσχει από άλλες κακοήθειες, όπως λευχαιμία, λέμφωμα, μελάνωμα κλπ.

Από την άλλη πλευρά, έχει διαπιστωθεί μετατόπιση του χρόνου εμφάνισης πολλών καρκίνων σε νεότερες ηλικίες. Ειδικά για τον καρκίνο του μαστού, το 10% των γυναικών με καρκίνο του μαστού είναι κάτω από την ηλικία των 44 ετών και το 2% των ασθενών είναι νεώτερες από 34.

Η αντιμετώπιση αυτών των καρκίνων, βέβαια, τα τελευταία χρόνια, έχει βελτιωθεί σε σημαντικό βαθμό, ώστε τα ποσοστά 5ετους επιβίωσης να φθάνουν, σε πολλές περιπτώσεις, και το 90%. (Εικόνα 2). Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πολλές από αυτές τις γυναίκες, μετά την αποθεραπεία τους, να επιθυμούν να αποκτήσουν οικογένεια.

Σύμφωνα με την επίσημη οδηγία του ASCO (American Society of Clinical Oncology), όλα τα άτομα αναπαραγωγικής ηλικίας που έχουν διαγνωστεί με κάποια μορφή καρκίνου οφείλουν να ενημερώνονται για την επίπτωση της θεραπείας πάνω στη γονιμότητά τους, καθώς και για τεχνικές, με τις οποίες μπορεί να γίνει διατήρηση της αναπαραγωγικής του ικανότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Κρυοκατάψυξη ωαρίων και εμβρύων

Από τις πιο αποδοτικές μεθόδους για τη διατήρηση της αναπαραγωγικής ικανότητας αυτών των ατόμων είναι η μέθοδος της κρυοκατάψυξης εμβρύων αλλά και ωαρίων. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, η κατάψυξη ωαρίων ήταν μια μέθοδος πειραματική με μικρά ποσοστά επιτυχίας. Τα τελευταία χρόνια, με την μέθοδο της υαλοποίησης (vitrification), είναι δυνατόν να καταψύξουμε ωάρια με εξαιρετικά ποσοστά επιτυχίας. Τα ωάρια μπορούν να διατηρηθούν για αρκετά χρόνια στη κατάψυξη, ώστε μετά την αποθεραπεία της, αν η γυναίκα επιθυμεί, αποψύχονται, γονιμοποιούνται με το σπέρμα του συντρόφου της και μεταφέρονται στη μήτρα της.

Για να γίνει, όμως, αυτό χρειάζεται να προηγηθεί διέγερση των ωοθηκών με γοναδοτροπίνες, μια διαδικασία η οποία απαιτεί συνήθως 12-15 ημέρες.

Κατά τη διάρκεια της διέγερσης, τα επίπεδα των οιστρογόνων στο αίμα αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό, πράγμα που δεν είναι καθόλου επιθυμητό, ειδικά σε γυναίκες με ορμονοεξαρτωμενους καρκίνους, όπως ο καρκίνος του μαστού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, χρησιμοποιείται μια άλλη ομάδα φαρμάκων, οι αναστολείς αρωματάσης, τα οποία εμποδίζουν την παραγωγή οιστρογόνων, χωρίς, όμως, να επηρεάζουν την ανάπτυξη των ωοθυλακίων.

Διατήρηση ωοθηκικού ιστού

Παρόλα αυτά, σε νέα άτομα, πριν από την εφηβεία, τα οποία πρόκειται να υποβληθούν σε γοναδοτοξική θεραπεία, η διέγερση των ωοθηκών δεν είναι δυνατή. Οι περιπτώσεις αυτές, κυρίως, αφορούν αιματολογικά νοσήματα, όπως λεμφώματα ή άλλες παιδικές νεοπλασίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο μόνος τρόπος διατήρησης γονιμότητας είναι η διατήρηση ωοθηκικού ιστού. Πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας, οι ασθενείς υποβάλλονται σε λαπαροσκόπιση, κατά την οποία αφαιρείται μέρος των ωοθηκών ή και ολόκληρες. Ο ωοθηκικός φλοιός, ο οποίος περιέχει και τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ωοθυλακίων, τεμαχίζεται σε μικρά τεμαχίδια διαμέτρου 3-5 χιλ., τα οποία και καταψύχονται σε υγρό άζωτο.

Σε δεύτερο χρόνο, μετά τη συμπλήρωση της θεραπείας, τα τεμαχίδια αυτά αποψύχονται και μεταφέρονται είτε στον ωοθηκικό βόθρο (ορθότοπη αυτό-μεταμόσχευση) είτε στον υποδόριο ιστό (ετερότοπη αυτομεταμόσχευση).

Μέχρι τώρα, περισσότερες από 10 μεταμοσχεύσεις ωοθηκικού ιστού έχουν αναφερθεί και πάνω από 20 παιδιά έχουν γεννηθεί με αυτό τον τρόπο.

Η μέθοδος, παρόλα αυτά, παραμένει πειραματική και εφαρμόζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρία Αναπαραγωγικής Ιατρικής (ASRM), η πιο αποδεκτή και επιτυχής μέθοδος διατήρησης αναπαραγωγής είναι η διατήρηση εμβρύων η ωαρίων.

ivfnetworkΔιατήρηση γονιμότητας σε γυναίκες με καρκίνο
Διαβάστε Περισσότερα