Γυναικεία Υπογονιμότητα

Θρομβοφιλία και υπογονιμότητα

Κατά την δεκαετία του ́90, μια έκρηξη ενδιαφέροντος κατέλαβε τον επιστημονικό χώρο στον τομέα αυτού που ονομάζουμε «θρομβοφιλία», με αποτέλεσμα δεκάδες μελετών να δουν το φως της δημοσιότητας σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά και μία πλειάδα γενετικών κυρίως παραγόντων να ενοχοποιηθούν για αύξηση του κινδύνου θρόμβωσης.

Αποτέλεσμα αυτών ήταν να δημιουργηθεί σύγχυση ακόμα και στον χώρο των ειδικών στο αντικείμενο, με ερώτημα: ποιοι από τους παράγοντες που μελετήθηκαν είχαν τελικά σημασία στην κλινική πράξη;

H κύηση αποτελεί από μόνη της παράγοντα αύξησης του κινδύνου θρόμβωσης

Ο κίνδυνος αυτός στις εγκύους σε σχέση με τις μη έγκυες γυναίκες είναι 3-4 φορές μεγαλύτερος όσον αφορά την αρτηριακή και 4-5 φορές μεγαλύτερος όσον αφορά τη φλεβική θρόμβωση, η οποία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες μητρικής θνητότητας.

Παρ’ όλα αυτά, ο απόλυτος κίνδυνος είναι σχετικά χαμηλός με τη θρόμβωση να επιπλέκει μόνο 1 στις 500 κυήσεις. Η επίδραση στην κύηση πολλών από τους παράγοντες που ενοχοποιήθηκαν για αύξηση της τάσης για θρόμβωση στον ανθρώπινο οργανισμό, βρίσκεται για μια εικοσαετία περίπου στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και αυτό επειδή θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για μια σειρά από επιπλοκές στην κύηση, όπως αποβολές, προεκλαμψία, αποκόλληση πλακούντα, υστέρηση εμβρυϊκής ανάπτυξης και ενδομήτριο θάνατο.

Παραδόξως όμως, οι γυναίκες που φέρουν μεταλλάξεις όπως ο παράγοντας V Leiden ή η μετάλλαξη του γονιδίου της προθρομβίνης G20210A, οι οποίες είναι αρκετά κοινές στον γενικό πληθυσμό, στη μεγάλη τους πλειοψηφία παραμένουν ασυμπτωματικές. Επομένως, η αναγνώριση των γυναικών εκείνων που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο θα ήταν μία σημαντική πρόοδος.

Για το λόγο αυτό, σώματα ειδικών προχώρησαν σε ανασκόπηση των διαθέσιμων δεδομένων, αξιολόγησαν την ποιότητα και τη βαρύτητά τους και γνωμοδότησαν όσον αφορά το πρόβλημα της θρομβοφιλίας, ξεκαθαρίζοντας εν μέρει αυτό το τοπίο.

Σήμερα γνωρίζουμε για παράδειγμα, ότι ο σημαντικότερος παράγοντας θρομβοφιλίας που σχετίζεται με υπογονιμότητα και επιπλοκές στην κύηση είναι όχι κληρονομικός/γενετικός, αλλά επίκτητος, αυτοάνοσης αρχής και σχετίζεται με την παρουσία αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων.

Παράλληλα, στη διάθεσή μας έχουμε τα φαρμακευτικά μέσα εκείνα που μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο από τη δράση των σημαντικών από τους προαναφερθέντες παράγοντες και αυτό που χρειάζεται είναι η κατάλληλη καθοδήγηση του εξειδικευμένου στη θρομβοφιλία ιατρού, ο οποίος θα πρέπει να κρίνει ποια γυναίκα και σε ποια φάση της κύησης ή της προσπάθειας για κύηση θα μπορούσε δυνητικά να ωφεληθεί από κάποιο είδος φαρμακευτικής αγωγής.

Η απόφαση για λήψη θεραπευτικών μέτρων είναι σύνθετη και περιλαμβάνει ανάλυση περισσότερων παραμέτρων όπως το γενικό ιατρικό, το γυναικολογικό/μαιευτικό και το οικογενειακό ιστορικό, την κλινική εξέταση και τα εργαστηριακά δεδομένα.

Ο ειδικός στη θρομβοφιλία ιατρός θα πρέπει να ζυγίζει σε κάθε περίπτωση το όφελος σε σχέση με τα μειονεκτήματα κάθε θεραπείας και να την εξατομικεύει με βάση τις ανάγκες, το κλινικό προφίλ και τις επιθυμίες της κάθε γυναίκας. Θα πρέπει επίσης να βρίσκεται σε τακτική επικοινωνία με τους άλλους θεράποντες ιατρούς (γυναικολόγο, ρευματολόγο, ενδοκρινολόγο κλπ) προκειμένου να τους ενημερώνει και να ενημερώνεται για την πορεία της και να προχωρά στην καταλληλότερη ρύθμιση της αγωγής της.

Επομένως η παρουσία θρομβοφιλικών παραγόντων στην κύηση μπορεί να είναι συχνή, με τη βαρύτητα ακόμη και των ίδιων παραγόντων να διαφέρει σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα, οι επιπλοκές τους όμως μπορούν να προληφθούν με την κατάλληλη παρακολούθηση και θεραπεία. 


Ο σημαντικότερος παράγοντας θρομβοφιλίας που σχετίζεται με υπογονιμότητα και επιπλοκές στην κύηση είναι όχι κληρονομικός/γενετικός, αλλά επίκτητος, αυτοάνοσης αρχής.

 

Ηλίας Ευµορφιάδης ΜD
Αιµατολόγος εξειδικευθής
στη θροµβοφιλία & την αιµόσταση

Ηλίας ΕυμορφιάδηςΘρομβοφιλία και υπογονιμότητα
Διαβάστε Περισσότερα